Κάθεσαι σε μια καρέκλα
σε κρεμμασμένο μπαλκόνι
και προσπαθείς ν απαλύνεις το φως...
Γιατί;
ενω τρέμεις στη σκέψη μηπως έκανες λάθος.
Λες και κυρίαρχος έγινες του μωρού που γκρινιάζει,
της μοιραίας γειτόνισας που απλώνει μπουγάδα,
του θερινού νυχτοφύλακα στον Δημόσιο Κήπο..
Λες κι είσαι άρχοντας και Μητέρα του δρόμου,
αναγνώστης του λήθαργου στα μάτια ενος ξένου ή
κάποιου γλύπτη που ξέχασε πως μοιάζει ένα ανθρώπινο σώμα.
Λες...
Ειρήνη Ασημένου
σε κρεμμασμένο μπαλκόνι
και προσπαθείς ν απαλύνεις το φως...
Γιατί;
Προσπαθείς να ερμηνεύσεις τους
παλμούς της καρδιάς σουενω τρέμεις στη σκέψη μηπως έκανες λάθος.
Λες και κυρίαρχος έγινες του μωρού που γκρινιάζει,
της μοιραίας γειτόνισας που απλώνει μπουγάδα,
του θερινού νυχτοφύλακα στον Δημόσιο Κήπο..
Λες κι είσαι άρχοντας και Μητέρα του δρόμου,
αναγνώστης του λήθαργου στα μάτια ενος ξένου ή
κάποιου γλύπτη που ξέχασε πως μοιάζει ένα ανθρώπινο σώμα.
Λες...
Ειρήνη Ασημένου