Λες και ειμαι φυλακή για λαθος παράπτωμα.
Έχουν στενέψει οι επιφάνειες και ο σκύλος γρυλίζει επίμονα σε απόκοσμες νότες.
Κρεμασμένο το τηλέφωνο στον τοίχο αναμένει για σήμα.
Τα κόκκινα πλακάκια γυαλίζουν με σκιες που φωνάζουν.
Ο υγρός άσπρος λεκές στην καρέκλα βουλιάζει σταγόνες...
σταγονόμετρο χρόνου για το ρολόι του τοίχου, που από χθες δεν μετρά πια αντίστροφα για το τέλος του κόσμου.
Παγώνω και τα πόδια μου στέκουν γυμνά στο ματωμένο σκαλί της εξώπορτας.
Παγώνω και το βλέμμα γυριζει μετόπισθεν.
Εκεί! Στη μουντή μου ζαλάδα, στο μουδιασμένο σκοτάδι.
Εκει που ξεκινησαν ολα.
Έχουν στενέψει οι επιφάνειες και ο σκύλος γρυλίζει επίμονα σε απόκοσμες νότες.
Κρεμασμένο το τηλέφωνο στον τοίχο αναμένει για σήμα.
Τα κόκκινα πλακάκια γυαλίζουν με σκιες που φωνάζουν.
Ο υγρός άσπρος λεκές στην καρέκλα βουλιάζει σταγόνες...
σταγονόμετρο χρόνου για το ρολόι του τοίχου, που από χθες δεν μετρά πια αντίστροφα για το τέλος του κόσμου.
Παγώνω και τα πόδια μου στέκουν γυμνά στο ματωμένο σκαλί της εξώπορτας.
Παγώνω και το βλέμμα γυριζει μετόπισθεν.
Εκεί! Στη μουντή μου ζαλάδα, στο μουδιασμένο σκοτάδι.
Εκει που ξεκινησαν ολα.